«Αρχίζω να βαριέμαι αυτή τη συγγραφή (ας μη ντρέπουμαι να πω το λόγο). Σε μάκρος μ’ έμπλεξε η γενεαλογία του ήρωα, που θέλησα να παρουσιάσω κάνοντας το σχήμα του. Κινδυνεύω να χάσω κάθε απλότητα και φυσικότητα, με την ιδέα της σπουδαιότητας και σημασίας που η σκέψη μου θέλει να κολλήσει σ’ ό,τι γράφω. Η φαντασία μου φουσκώνει με ενθουσιασμούς, σε βαθμό που να μην μπορώ, να βαριέμαι να εξακολουθήσω. Βλέπω κιόλας να είμαι ένδοξος. Οι αρχές μου απένειμαν βραβείο. Όχι, δεν πρέπει να παραξενεύει κανέναν η βράβευση. Μήπως τα σύμβολα που μεταχειρίστηκα δεν είναι καθαρά; Τι υψηλότερο μπορεί να φανταστεί ο άνθρωπος; Κάνω τη σύγκριση με τις εποποιίες των εθνών και δεν βγαίνω διόλου μειωμένος. Γιατί λοιπόν να μου αρνηθούν δύναμη και πλούτο, ύστερα από ένα έργο όπως το φαντάζουμαι με τις μεγάλες προθέσεις μου; Επιτέλους θα μπορέσω να κάμω μια καινούρια φορεσιά ρούχα, που να μη μου την έχουν δώσει χάρισμα, από φτηνό ύφασμα ή αποφόρι, θα την κάμω πλούσια με δικά μου λεπτά. Η μητέρα μου που την αφήνω να τυραννιέται, να κοπιάζει, το σπίτι μου που υποφέρει, θα βρουν ανακούφιση. Μπορούν να καμαρώνουν από τούδε για μένα. Κάθε άλλο παρά είμαι ένας αποτυχημένος που θρηνεί. Άλλαξε τώρα το φυσικό μου. Δεν είμαι πια δισταχτικός και φοβισμένος στις σχέσεις μου με τις γυναίκες. Ανοίχτηκα στο πέλαγος και στη δροσιά, στα φυλλουριασμένα δέντρα, στο φως. Έχω μια μεγάλη κάμαρη με τζαμωτό που βλέπει στη θάλασσα. Τους τοίχους της άνετης αίθουσας γεμίζουν τα ράφια της βιβλιοθήκης. Ένα μεγαλόσωμο σκυλί με ακολουθεί, μολοσσός Δανιμαρκίας, εκλεκτή ράτσα. Κανένας μάταιος θόρυβος δεν προσβάλλει τις αισθήσεις μου, δεν φτάνει απέξω. Μιαν έμορφη σεληνόφωτη νύχτα λοιπόν, ανταμωθήκαμε και μαζί επιστρέφαμε. «Να σε ξεχάσω είναι αδύνατο». Την έβλεπα όλη τη μέρα μέσα στο φως που περνούσε τα ελαφρά ενδύματα και τα γέμιζε όπως η αύρα, που γλιστρά απάνω στα κύματα και παίρνει την αλμυρή ευωδιά, κολπώνει το πανί της βάρκας που μοιάζει γλάρος. Το φως τη μετέτρεπε σε πουλί που ανέβαινε από το χώμα στο θερμό ουρανό. Είχε δέσει πεταλούδα στα μαλλιά της το φιόγκο. Μιλούσαμε στο σεληνόφως, ενώ το πόδι της άγγιζε τ’ άνθη του αγρού. Μέσα στο λευκό υπόδημα έτριζε μεστός καρπός το πόδι, τα δάχτυλα σάλευαν. Άγγιζα το δέρμα. Η επιδερμίδα με τις μικρές χαραματιές, νάπη, μοσχόβολη κοιλάδα. Όσα σκεπάζει το δέρμα ήταν κοντά μου, μέσα μου. Αγγίζω το μικρό δαχτυλάκι στο στόμα. Το γόνατο, το άλλο γόνατο. Γόνατα μεσημεριάτικου λουλουδιού. Έμορφη κόρη. Ελαφρό περπάτημα. Λεπτοφυής τολύπη, καπνία διασπαρμένη. Ο πόθος περισσότερος στον ίσκιο, όπου οι βάλανοι στο χώμα αλλοιώνονται. Αναγνωρίζω τον κελαηδισμό: κορυδαλλός. Είσαι πεταλούδα, λουλούδι, εύκομη, «παραθαλασσία», αιγαία, ανατολική, πολύκλωνη, πολύκαμπη, πολύανθη, μ’ ολόκληρα φύλλα, γηθωτή, ξανθιά, ξανθωπή, ανεμώνη. Γερανός, επιστρέφω, άγνος, αγνός, αιδήμων, λαγόπους. Καταπίνω την απόσταση. Το χέρι μετάβαση. Αδύνατο, απίθανο. Αφή, ορατή έννοια, ύλη, νόηση, εικόνα, εικόνιση, εικόνισμα. Βερονίκη, λονικερία, κρουκιανέλη, αγρόστεμα, στεφανωτική κορωνίδα, περιστερένια, λουλουδιά, τριγωνέλα, αστερωτή, χαρίεσσα, μελισσαντρού. Καταφύγιο ζητώ. Έσχατος, ταπεινός, φάγναλος, τραχύτριχος, γαουτίνης. Απέξω θύελλα, κεραυνοί, νεροποντή, ασάφεια στις γνώμες, στη φαντασία, μοιραίο διάταγμα, διαταγή. Συμβολικά το υπέρκοσμο φως, ουσιαστικότητα, ροπή, ριπή. Η άμαξα τρέχει από ρυτήρος στην αναζήτηση. Στη λίμνη κοντά τα δυο χέρια σφιχτοπεριπλέχτηκαν. Καθώς χτένιζες τα μαλλιά σου Αφροδίτη. Βέτη, ευφορβία, σφαιρωτή, σφαιροφόρα, μικρή ελιά φουντωμένη, αμυγδαλωτή, στενόφυλλη, μικρόφυλλη, μικρόανθη, μικρόκαρπη, συσφιγμένη. Είμαι ερωδιός, ατρίπλαξ, ρούμηξ, οποπάναξ, ελίχρυσος, σπαθωτός, λογχωτός, ταρτονράιος. Φρύνος οξύς. Κοντά μου ζωή. Θρύλος, παράδοση, αγίασμα, αξία, αγάπη, δεσμός, μορφή. Στάσου σαστικιά, αρραβωνιαστικιά, περιστερά, προποντίδα, κρημνόφυλλη, σπαρτή, αρουραία, κυρτή, κλιτή, γυρτή, λυγερή, λυγαριά, ιξωτή, ανδράχνη, περικοκλάδα, τορηλίδα, κληματίς, κληματίδα, κληματσίδα, καραμπελού, καβαλερού, γλυκοπόριχο, χοιμαλιά. Ελελιφασκόθυμος, σπρούνερ, αλέκτωρ βασιλικός, σταφυλόνικος, ορχιφόρος. Αγκάθι, αγκαθωτό, δαυκί, λάθρα, λάθυρα. Ανάμεσα κόντυλος, κοντυλόριζο. Καταγής πλαγιασμένη. Χαμαισυκή, ροδοδάφνη, ρόκα, γυνοφόρα, τρίμερη, κολπωτή. Κασέλι μικρό με τριπλή ευωδιά φυλαγμένη. Κυστίδα, γαστρίδα, δεντρωτή, φλεβωτή, αλμυρωτή, βελουδένια. Γυναίκα μου αγγίζω τον ώμο σου. Ηδύπνοη, κομψή, στρεπτή, κοιλερία, σχιστή, ωοειδής, σκληροπόα. Κριός, επιβήτωρ, κρουπινάστρο. Εκβάλιον, δίδυμο, γύνανδρο, θηλύγονο, ξυνάκι, αιματόχρωμο, υμενόνημα, ποικιλία μεταξύ μας. Μαζί μας αδενόανθος, υμενόκαρπος, αγραπίδι, αμύγδαλο, κύαμος, στάχυς. Από μας ανθρώπινη ουσία δημητριακή. Κότινος. Καλάνθρωπος. Μετεβλήθης ήμερη. Βικία, ευακία, υπόλευκη, άσπρη βοτάνη, μελόχορτο, ανθέμιο, γαλατσίδα. Ψωμί, κάτω από τη στέγη σπιτιού. Αισιοδοξία και βεβαιότητα και δύναμη και ικανότητα. Αισθανόμουν ότι θα προκόψω, ότι είμαι για πάνω, για τη ζωή. Η ηδονή με γέμιζε σφρίγος. Έστρεφα κι έβλεπα γύρω μου. Τι έμορφη είναι η φύση που έχει το πρόσωπο της γυναίκας. Έσμιγα μαζί της και με τον κόσμο, ενωμένος, αστοχούσα τη μοναξιά. Πόσα χρόνια θα ζήσουμε; Πάντοτε αγαπημένη μου. Είσαι ο Θεός μου και με καθιστάς αθάνατο. Βαδίζαμε με συμπλεγμένα τα χέρια. Δεν ένιωθα που κόντευε να νυχτώσει η Κυριακή».
ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ. (1987). Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση. Αθήνα: Άγρα, σσ. 43-46.
