Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

«Τι έμορφη είναι η φύση που έχει το πρόσωπο της γυναίκας»

«Αρχίζω να βαριέμαι αυτή τη συγγραφή (ας μη ντρέπουμαι να πω το λόγο). Σε μάκρος μ’ έμπλεξε η γενεαλογία του ήρωα, που θέλησα να παρουσιάσω κάνοντας το σχήμα του. Κινδυνεύω να χάσω κάθε απλότητα και φυσικότητα, με την ιδέα της σπουδαιότητας και σημασίας που η σκέψη μου θέλει να κολλήσει σ’ ό,τι γράφω. Η φαντασία μου φουσκώνει με ενθουσιασμούς, σε βαθμό που να μην μπορώ, να βαριέμαι να εξακολουθήσω. Βλέπω κιόλας να είμαι ένδοξος. Οι αρχές μου απένειμαν βραβείο. Όχι, δεν πρέπει να παραξενεύει κανέναν η βράβευση. Μήπως τα σύμβολα που μεταχειρίστηκα δεν είναι καθαρά; Τι υψηλότερο μπορεί να φανταστεί ο άνθρωπος; Κάνω τη σύγκριση με τις εποποιίες των εθνών και δεν βγαίνω διόλου μειωμένος. Γιατί λοιπόν να μου αρνηθούν δύναμη και πλούτο, ύστερα από ένα έργο όπως το φαντάζουμαι με τις μεγάλες προθέσεις μου; Επιτέλους θα μπορέσω να κάμω μια καινούρια φορεσιά ρούχα, που να μη μου την έχουν δώσει χάρισμα, από φτηνό ύφασμα ή αποφόρι, θα την κάμω πλούσια με δικά μου λεπτά. Η μητέρα μου που την αφήνω να τυραννιέται, να κοπιάζει, το σπίτι μου που υποφέρει, θα βρουν ανακούφιση. Μπορούν να καμαρώνουν από τούδε για μένα. Κάθε άλλο παρά είμαι ένας αποτυχημένος που θρηνεί. Άλλαξε τώρα το φυσικό μου. Δεν είμαι πια δισταχτικός και φοβισμένος στις σχέσεις μου με τις γυναίκες. Ανοίχτηκα στο πέλαγος και στη δροσιά, στα φυλλουριασμένα δέντρα, στο φως. Έχω μια μεγάλη κάμαρη με τζαμωτό που βλέπει στη θάλασσα. Τους τοίχους της άνετης αίθουσας γεμίζουν τα ράφια της βιβλιοθήκης. Ένα μεγαλόσωμο σκυλί με ακολουθεί, μολοσσός Δανιμαρκίας, εκλεκτή ράτσα. Κανένας μάταιος θόρυβος δεν προσβάλλει τις αισθήσεις μου, δεν φτάνει απέξω. Μιαν έμορφη σεληνόφωτη νύχτα λοιπόν, ανταμωθήκαμε και μαζί επιστρέφαμε. «Να σε ξεχάσω είναι αδύνατο». Την έβλεπα όλη τη μέρα μέσα στο φως που περνούσε τα ελαφρά ενδύματα και τα γέμιζε όπως η αύρα, που γλιστρά απάνω στα κύματα και παίρνει την αλμυρή ευωδιά, κολπώνει το πανί της βάρκας που μοιάζει γλάρος. Το φως τη μετέτρεπε σε πουλί που ανέβαινε από το χώμα στο θερμό ουρανό. Είχε δέσει πεταλούδα στα μαλλιά της το φιόγκο. Μιλούσαμε στο σεληνόφως, ενώ το πόδι της άγγιζε τ’ άνθη του αγρού. Μέσα στο λευκό υπόδημα έτριζε μεστός καρπός το πόδι, τα δάχτυλα σάλευαν. Άγγιζα το δέρμα. Η επιδερμίδα με τις μικρές χαραματιές, νάπη, μοσχόβολη κοιλάδα. Όσα σκεπάζει το δέρμα ήταν κοντά μου, μέσα μου. Αγγίζω το μικρό δαχτυλάκι στο στόμα. Το γόνατο, το άλλο γόνατο. Γόνατα μεσημεριάτικου λουλουδιού. Έμορφη κόρη. Ελαφρό περπάτημα. Λεπτοφυής τολύπη, καπνία διασπαρμένη. Ο πόθος περισσότερος στον ίσκιο, όπου οι βάλανοι στο χώμα αλλοιώνονται. Αναγνωρίζω τον κελαηδισμό: κορυδαλλός. Είσαι πεταλούδα, λουλούδι, εύκομη, «παραθαλασσία», αιγαία, ανατολική, πολύκλωνη, πολύκαμπη, πολύανθη, μ’ ολόκληρα φύλλα, γηθωτή, ξανθιά, ξανθωπή, ανεμώνη. Γερανός, επιστρέφω, άγνος, αγνός, αιδήμων, λαγόπους. Καταπίνω την απόσταση. Το χέρι μετάβαση. Αδύνατο, απίθανο. Αφή, ορατή έννοια, ύλη, νόηση, εικόνα, εικόνιση, εικόνισμα. Βερονίκη, λονικερία, κρουκιανέλη, αγρόστεμα, στεφανωτική κορωνίδα, περιστερένια, λουλουδιά, τριγωνέλα, αστερωτή, χαρίεσσα, μελισσαντρού. Καταφύγιο ζητώ. Έσχατος, ταπεινός, φάγναλος, τραχύτριχος, γαουτίνης. Απέξω θύελλα, κεραυνοί, νεροποντή, ασάφεια στις γνώμες, στη φαντασία, μοιραίο διάταγμα, διαταγή. Συμβολικά το υπέρκοσμο φως, ουσιαστικότητα, ροπή, ριπή. Η άμαξα τρέχει από ρυτήρος στην αναζήτηση. Στη λίμνη κοντά τα δυο χέρια σφιχτοπεριπλέχτηκαν. Καθώς χτένιζες τα μαλλιά σου Αφροδίτη. Βέτη, ευφορβία, σφαιρωτή, σφαιροφόρα, μικρή ελιά φουντωμένη, αμυγδαλωτή, στενόφυλλη, μικρόφυλλη, μικρόανθη, μικρόκαρπη, συσφιγμένη. Είμαι ερωδιός, ατρίπλαξ, ρούμηξ, οποπάναξ, ελίχρυσος, σπαθωτός, λογχωτός, ταρτονράιος. Φρύνος οξύς. Κοντά μου ζωή. Θρύλος, παράδοση, αγίασμα, αξία, αγάπη, δεσμός, μορφή. Στάσου σαστικιά, αρραβωνιαστικιά, περιστερά, προποντίδα, κρημνόφυλλη, σπαρτή, αρουραία, κυρτή, κλιτή, γυρτή, λυγερή, λυγαριά, ιξωτή, ανδράχνη, περικοκλάδα, τορηλίδα, κληματίς, κληματίδα, κληματσίδα, καραμπελού, καβαλερού, γλυκοπόριχο, χοιμαλιά. Ελελιφασκόθυμος, σπρούνερ, αλέκτωρ βασιλικός, σταφυλόνικος, ορχιφόρος. Αγκάθι, αγκαθωτό, δαυκί, λάθρα, λάθυρα. Ανάμεσα κόντυλος, κοντυλόριζο. Καταγής πλαγιασμένη. Χαμαισυκή, ροδοδάφνη, ρόκα, γυνοφόρα, τρίμερη, κολπωτή. Κασέλι μικρό με τριπλή ευωδιά φυλαγμένη. Κυστίδα, γαστρίδα, δεντρωτή, φλεβωτή, αλμυρωτή, βελουδένια. Γυναίκα μου αγγίζω τον ώμο σου. Ηδύπνοη, κομψή, στρεπτή, κοιλερία, σχιστή, ωοειδής, σκληροπόα. Κριός, επιβήτωρ, κρουπινάστρο. Εκβάλιον, δίδυμο, γύνανδρο, θηλύγονο, ξυνάκι, αιματόχρωμο, υμενόνημα, ποικιλία μεταξύ μας. Μαζί μας αδενόανθος, υμενόκαρπος, αγραπίδι, αμύγδαλο, κύαμος, στάχυς. Από μας ανθρώπινη ουσία δημητριακή. Κότινος. Καλάνθρωπος. Μετεβλήθης ήμερη. Βικία, ευακία, υπόλευκη, άσπρη βοτάνη, μελόχορτο, ανθέμιο, γαλατσίδα. Ψωμί, κάτω από τη στέγη σπιτιού. Αισιοδοξία και βεβαιότητα και δύναμη και ικανότητα. Αισθανόμουν ότι θα προκόψω, ότι είμαι για πάνω, για τη ζωή. Η ηδονή με γέμιζε σφρίγος. Έστρεφα κι έβλεπα γύρω μου. Τι έμορφη είναι η φύση που έχει το πρόσωπο της γυναίκας. Έσμιγα μαζί της και με τον κόσμο, ενωμένος, αστοχούσα τη μοναξιά. Πόσα χρόνια θα ζήσουμε; Πάντοτε αγαπημένη μου. Είσαι ο Θεός μου και με καθιστάς αθάνατο. Βαδίζαμε με συμπλεγμένα τα χέρια. Δεν ένιωθα που κόντευε να νυχτώσει η Κυριακή».


ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ. (1987). Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση. Αθήνα: Άγρα, σσ. 43-46.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Μέγας Αθανάσιος: Στύλος της Ορθοδοξίας


Ο Άγιος Αθανάσιος. Φορητή εικόνα του Μιχαήλ Δαμασκηνού, τέλη 16ου αιώνα. Μουσείο Εικόνων. Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας· [ΠΗΓΗ: ΣΟΦΙΑ Ν. ΣΦΥΡΟΕΡΑ. (2013). Μέγας Αθανάσιος. Ο Στύλος της Ορθοδοξίας. Αθήνα: Πεδίο, σ. 31].

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Αγιασμός του σύμπαντος κόσμου

Από τον πνευματικό λειμώνα του Λάμπρου Σιάσου, Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ το παρακάτω απόσπασμα για τον Μεγάλο Αγιασμό: «[...] η πράξη του αγιασμού των υδάτων και του κόσμου αποτελεί, όχι μόνο αποκορύφωση σειράς ακολουθιών, αλλά καρπό και συνέπεια σειράς προσπαθειών, εκτιμήσεων και παραδοχών. Οι πιστοί της Ορθόδοξης Εκκλησίας εννοούν τους εαυτούς τους άρχοντες και κατοίκους του σύμπαντος κόσμου, για τον οποίον βεβαίως κόσμο αισθάνονται και την ανάλογη ευθύνη του αγιασμού. Γι’ αυτό τον κόσμο γνωρίζουν, όχι μόνο ότι είναι δημιούργημα του Πανάγαθου Θεού, αλλά ότι κυρίως με δική τους υπαιτιότητα άρχισε κάποτε να βλασταίνει ιοβόλους ακάνθας. Για τη θεραπεία του και την αναφορά του στο Θεό ακολουθούν το παράδειγμα του βαπτισθέντος Χριστού. Κατέρχονται στο θάνατο της αμαρτίας και ανέρχονται συναναφέροντας με τον εαυτό τους και τον κόσμο στο Θεό. Προς τούτο έχουν την μοναδική και πνευματοκίνητη συνδρομή της Μητρός τους Εκκλησίας. Τους στηρίζει και τους προβάλλει το παράδειγμα των παλαιών δικαίων και το νέφος των αγίων· τους παραστέκεται με ανθρωπινότατα και σωστικά μέσα προετοιμασίας και αγωγής για να φθάσουν στο φωτισμό και τον αγιασμό, τον προσωπικό και του κόσμου. Έτσι αποδίδουν την οφειλόμενη τιμή και ευχαριστία στον Τριαδικό Θεό και Πατέρα τους».


ΛΑΜΠΡΟΣ ΣΙΑΣΟΣ. (1994). Από την εκκλησιαστική στη λαϊκή ευσέβεια. Θεσσαλονίκη 1994. Πουρναράς, σ. 54.

Η Βάπτιση του Χριστού

«Η παρουσία του αγίου Πνεύματος κατά τα Θεοφάνεια φανερώνεται στο μέγα φως του Ιορδάνη, για τούτο και το όνομα “φωτισμός” (ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ, Απολογία, Α΄ 61, 13. P.G. 6, 420), που οι πατέρες δίδουν στο βάπτισμα ως Παρουσία – Έλευση. Η “εορτή των Φώτων”, εορτάζει την γέννηση του όντος στο θείο φως: το βάπτισμα “γνωρίζει τω δημιουργήματι τον δημιουργόν, τω νω την αλήθειαν, τη επιθυμία τον μόνον επιθυμητόν”» (ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ, Περί της εν Χριστώ ζωής, Β΄, 64).
ΠΑΥΛΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΦ. (1972). Η Ορθοδοξία, μτφρ. Αγαμέμνων Τ. Μουρτζόπουλος. Αθήνα: Εκδόσεις Βασ. Ρηγοπούλου, σ. 373.  

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στις παραπομπές, προς διευκόλυνση των αναγνωστών, έγινε μικρή παρέμβαση· όσον αφορά στον Ιουστίνο βλ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΟΣ, Άπαντα τα έργα, εισαγωγή – μετάφρασις – σχόλια υπό Παναγιώτου Κ. Χρήστου, εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 184-185. Για τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα βλ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Περί της εν Χριστώ Ζωής, εισαγωγή – μετάφρασις – σχόλια υπό Παναγιώτου Κ. Χρήστου, εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1979, σσ. 374-375.






















Η Βάπτιση του Χριστού, μικρογραφία εκ χειρογράφου (τετραευάγγελου) επί περγαμηνής κώδικος του 12ου – 13ου αιώνος, φ. 13v. Ιστορική Βιβλιοθήκη πάλαι ποτέ Γυμνασίου Μυτιλήνης, Πρότυπου ΓΕ.Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου. © Απαγορεύεται οιαδήποτε αναδημοσίευση της εν λόγω μικρογραφίας χωρίς την έγγραφη άδεια από τον διαχειριστή του ιστολογίου.