Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Μιὰ ὀρθόδοξη θεώρησι τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό

Του +Ἀρχιμανδρίτου ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗ

Κάποιες στιγμές, ὄντας κανεὶς μόνος στὸ Ἅγιον Ὄρος, δηλαδὴ ὄντας μαζὶ μὲ ὅλο τὸν κόσμο, καταλαβαίνει αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ ἄσωτος υἱός: «Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῶ ἀπόλλυμαι...» (Λουκ. ιε´ 17). Πόσος πλοῦτος ὑπάρχει στὴν παράδοσί μας, πόση ἐλευθερία, πόση δυνατότητα νὰ χαροῦμε τὴ ζωή μας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἐμεῖς πεινᾶμε καὶ ὑποφέρουμε.
Στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔρχονται πολλοὶ θρησκευόμενοι, ποὺ δὲν νιώθουν τίποτε· κι ἔρχονται πολλοὶ ἄσχετοι, οἱ ὁποῖοι συγκλονίζονται· κι ἔρχονται καὶ πολιτικοί... Πολλοὶ θρησκευόμενοι ἐξ ἐπαγγέλματος δὲν καταλαβαίνουν· πολλοὶ ἀνήσυχοι συγκλονίζονται· οἱ περισσότεροι πολιτικοὶ δὲν καταλαβαίνουν τίποτε. Καὶ λές: «Τί γίνεται μὲ τὴν Ἑλλάδα, τί γίνεται μὲ τὴν Εὐρώπη;»... Ἔχει, λοιπόν, ἕνα χρέος μεγάλο, ὁ Ἕλληνας, σήμερα: τὸ νὰ εἶναι ὀρθόδοξος. Ἐκεῖ ἔχομε κάποιες δυνατότητες, ποὺ δὲν ἔχουν οἱ ἄλλοι, καὶ ὀφείλομε ἁπλῶς νὰ εἴμαστε αὐτό, ποὺ λέει ἡ παράδοσί μας.
Θυμᾶμαι μία φορά, ποὺ εἶχα πάει στὴν Κρήτη, σ᾿ ἕνα χωριό, στὰ Ἀνώγεια, εἶχαν ἔλθει κάποιες γριὲς γιὰ ἐξομολόγησι, καὶ ὅταν τέλειωσαν, μοῦ λέει μία γριὰ μίαν εὐχή: «Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου». Μετὰ ἦλθε μία ἄλλη γριά: «Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου». Κι ἐγὼ παραξενεύτηκα καὶ λέω: «Μὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ εὐχή;». Καὶ μοῦ λένε: «Ἔτσι τὸ λέμε ἐδῶ. Γιὰ κάποιο γονιό, μάνα ἢ πατέρα, λέμε: «Νὰ χαίρεσαι τὰ παιδιά σου», γιατὶ ἡ χαρὰ τῶν γονιῶν εἶναι τὰ παιδιά τους. Ὅταν κανεὶς εἶναι παπὰς τοῦ λέμε: «Νὰ χαίρεσαι τὴν ἱεροσύνη σου». Κι ὅταν κανεὶς εἶναι καλόγερος ἢ καλόγρια τοῦ λέμε: «Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου».
Αὐτὴ ἡ εὐχή, «νὰ χαίρεσαι τὸ σταυρό σου», νομίζω ὅτι εἶναι ἕνα πρᾶγμα τόσο μεγάλο καὶ τόσο βαθύ, ποὺ θυμίζει θεολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Καὶ λέω: «Πῶς μπόρεσα, γεννημένος στὴν Κρήτη, νὰ μεγαλώσω καὶ νὰ ζήσω ἐρήμην της Κρήτης καὶ ἐρήμην της παραδόσεώς μας;»... Μᾶς ἔχουν κάνει ἀλλοδαποὺς στὸν τόπο μας...
Σᾶς φέρνω σὰν παράδειγμα τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό· αὐτὸν τὸν ἕνα, τὸν μέγα, τὸν σίφουνα, ὁ ὁποῖος κατέβηκε στὸ κήρυγμα μία στιγμή, ποὺ ὅλος ὁ κόσμος εἶχε ἀπογοητευθῆ· κι ἔσωσε τὸν ἑλληνισμό, ἐκείνη τὴν περίοδο τὴν δύσκολη, ποὺ χωριὰ ὁλόκληρα εἶχαν ἐξισλαμισθῆ. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἁπλός, ἀδύναμος, θὰ ἔλεγα δειλός, γι᾿ αὐτὸ ἦταν πάντολμος κι ἔλεγε: «Ἐγώ, ἀδελφοί μου, δὲν εἶμαι ἱκανός, ὄχι νὰ σᾶς μιλήσω, ἀλλὰ οὔτε νὰ προσκυνήσω τὰ ποδάρια σας, γιατὶ βλέπω ὅτι εἶστε βαπτισμένοι καὶ μυρωμένοι. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ βρίσκεται τὸ γένος μας σ᾿ αὐτὴν τὴν ἀνάγκη, γι᾿ αὐτὸ εἶπα νὰ κατέβω κάτω καὶ νὰ πῶ μερικὰ λόγια· ὅ,τι ξέρω».
Ἔλεγε πάλι: «Κοιτάξτε, δὲν ἔχω τίποτε δικό μου· ἕνα ράσο ἔχω κι αὐτὸ τὸ ἔχω γιὰ σᾶς· ὅλα ὅ,τι ἔχω εἶναι γιὰ σᾶς. Κι ἔχω ἕνα σκαμνί, στὸ ὁποῖο πατῶ ἐπάνω· καὶ τὸ σκαμνὶ αὐτό, ἄλλοι τὸ λένε θρόνο, ἄλλοι τὸ λένε σκαμνί. Νὰ σᾶς πῶ τί εἶναι; Δὲν εἶναι οὔτε σκαμνί, οὔτε θρόνος, ἀλλὰ εἶναι ὁ τάφος μου· καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν τάφο μιλάει ὁ νεκρὸς ἑαυτός μου. Κι ἂν ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ σᾶς πῶ τίποτε, μὲ σῴζει αὐτός, ποὺ μπορεῖ νὰ διδάξῃ ὅλη τὴν οἰκουμένη, τοὺς ἀρχιερεῖς, τοὺς βασιλεῖς καὶ ὅλο τὸν κόσμο».
Ἐδῶ φαίνεται ἡ παρουσία τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Γιατὶ δὲν ἦταν ἕνας καλόγερος, ἀλλ᾿ ἦταν ἕνας ἀληθινὸς ἄνθρωπος καὶ δι᾿ αὐτοῦ μιλοῦσε ὅλη ἡ Ἐκκλησία. Δὲν ἔκανε αὐτὸς νεωτερισμούς, δὲν ἔλεγε ἐξυπνάδες, ἀλλὰ δι᾿ αὐτοῦ μίλησε ὅλη ἡ παράδοσι. «Εἶμαι ἀδύνατος καὶ ἀνίκανος νὰ φιλήσω τὰ ποδάρια σας», κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά: «Ὁ νεκρὸς ἑαυτός μου μπορεῖ νὰ διδάξῃ ὅλον τὸν κόσμο». Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμι τῆς πίστεώς μας.
Ἐπίσης ἔλεγε: «Ἐὰν τυχὸν κανεὶς ἀδίκησε κάποιον -εἴτε αὐτὸς εἶναι ρωμιός, εἴτε εἶναι τοῦρκος, εἴτε εἶναι ἑβραῖος, εἴτε εἶναι φράγκος- ὅ,τι πῆρε, ὅ,τι ἔδωσε, νὰ τὸ γυρίσῃ πίσω· γιατὶ τὸ ἄδικο δὲν εὐλογεῖται». Βλέπετε ὅτι ἦταν ξεκάθαρος καὶ δὲν ἔλεγε: «Κοιτάξτε, τώρα εἶναι μία περίοδος δύσκολη· ὅλοι σᾶς κλέβουν, κλέψτε κι ἐσεῖς». Ὄχι. «Πρέπει νὰ τὸ γυρίσετε πίσω». Καὶ ἡ ἐντιμότης του εἶναι ποὺ σῴζει τὴν ὅλη ὑπόθεσι.
Εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «Νὰ μὴν ἔχετε ὅπλα· νὰ τὰ δώσετε καὶ νὰ κάνετε ὑπακοὴ στοὺς ζαπιτάδες (:χωροφύλακες). Καὶ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ζητοῦν τὰ δοσίματα, νὰ δίνεται τὰ δοσίματα». Κι ἔτσι καὶ οἱ τοῦρκοι εἶπαν ὅτι αὐτὸς εἶναι καλὸς ἄνθρωπος. Ἀλλ᾿ αὐτός, ποὺ ἦταν καλός, «τοὺς ἔκλεισε τὸ σπίτι». Ἀκριβῶς γιατί αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀληθινός, δὲν εἶχε βάσανα, ἀλλὰ χάρηκε τὴν ζωή του. Ὅπως εἶχε εἰπῇ σ᾿ ἕνα χωριό: «Ἦλθα ἐδῶ πέρα καὶ σᾶς ἀπήλαυσα»... Αὐτὸ ποὺ εἶπε «σᾶς ἀπήλαυσα», μοῦ θυμίζει μία εὐχὴ τοῦ Εὐχελαίου, ποὺ λέει ὁ ἱερεύς: «Εὐχαριστῶ» τὸν Θεόν, ποὺ προχώρησα στὰ ἐνδότερα τοῦ Θυσιαστηρίου τοῦ «ἀπολαῦσαι τῆς Θείας Λειτουργίας».
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ζῶντας στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ νιώθοντας τὴν δύναμι τῆς πίστεώς μας, κάποια δύσκολη στιγμὴ βγῆκε ἔξω κι ἔσωσε τὸ γένος ὁλόκληρο. Κι ἐνῷ ἦταν τόσο ταπεινὸς καὶ ἔνοιωθε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ φιλήση τὰ ποδάρια τοῦ ἄλλου, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἔνοιωθε ὅτι: «Κοιτάξτε, αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω εἶναι λόγια του Θεοῦ· ἂν κατέβαινε ὁ Θεός, θὰ σᾶς ἔλεγε τὰ ἴδια», καί: «Ὁ νεκρὸς ἑαυτός μου μπορεῖ νὰ διδάξῃ ὅλον τὸν κόσμο».
Ἔτσι ὅταν ἔφτασε ἡ στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου τοῦ (†1779), ὅταν τὸν πρόδωσαν οἱ ἑβραῖοι, γιατὶ πολὺ τοὺς «χτύπαγε», ἐπειδὴ χαλοῦσαν τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς, ἐκεῖνος εἶπε: «Μὴ μὲ δέσετε. Δὲν ἀντιστέκομαι. Ὁ θάνατός μου εἶναι μέσα στὸ πρόγραμμα τῆς ζωῆς μου». Κι ἔτσι παρέδωσε τὸ πνεῦμα του καὶ μπῆκε στὴν αἰωνιότητα, καὶ μένει μαζί μας. Καὶ ὅπου πέρασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔχουν ὑψώσει ἕναν σταυρό, γιατί ἔπεσε ἕνα ἀστροπελέκι κι ἔχει διαλύσει τὰ πάντα, κι ἔχει ἁγιάσει τὰ πάντα...
Σήμερα ὅλοι βασανιζόμαστε, τὸ καταλαβαίνω. Κι ὅταν λέμε «βασανιζόμαστε», σημαίνει ὅτι ἔχομε μία ὑγεία μέσα μας. Βασανίζεται ὅλος ὁ κόσμος, ἀλλ᾿ ἐλευθερώνεται ζώντας μόνο μέσα στὴν Ὀρθοδόξη Ἐκκλησία. Εἶναι μακάριοι κι εὐλογημένοι οἱ βασανισμένοι, γιατί ὑπάρχει δυνατότης νὰ ἀναπαυθοῦν. Καὶ εἶναι μακάριοι οἱ διψασμένοι, γιατί μποροῦν νὰ ξεδιψάσουν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ λογικὴ κι ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ καὶ τῶν Ἁγίων μας, θὰ ἤμασταν καταδικασμένοι σ᾿ ἕνα βάσανο.
Πρὸ καιροῦ ἤμουν στὴν Ἀμερική, καὶ μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι πόσο τὰ πράγματα εἶναι πλούσια, πόσο οἱ δρόμοι τεράστιοι, πόσο τὰ σπίτια σὰν ζωγραφιά, μὲ τὸ σπίτι, τὸ γρασίδι, τὰ δέντρα, τὰ αὐτοκίνητα... Ἀλλ᾿ ὅταν εἶδα μερικοὺς ἀνθρώπους, ἔνοιωσα πῶς μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν τάξι καὶ τὴν καθαριότητα, ἐκεῖ ποὺ δὲν λείπει τίποτε, λείπουν ὅλα. Καὶ ὅλα μία στιγμὴ εἶναι ἄοσμα, ἄγευστα καὶ ἄχρωμα, ἀφοῦ μου εἶπαν κάποιοι ὅτι, ἐνῷ τὰ εἶχαν ὅλα, δὲν εἶχαν διάθεσι γιὰ ζωὴ καὶ ἤθελαν νὰ «τελειώσουν»...
Βλέπει κανεὶς ὅτι αὐτὴ ἡ λογική, ποὺ ἔχομε πολλὲς φορὲς καὶ λέμε «νὰ ἀνεβάσωμε τὸ βιοτικὸ ἐπίπεδο, νὰ μποῦμε στὴν Εὐρώπη γιὰ νὰ ἔχωμε ἕνα νόμισμα, νὰ εἴμαστε πλούσιοι, κ.τλ.», δὲν βγάζει πουθενά. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι τὸ παράξενο, ποὺ δὲν χορταίνει μὲ τὰ πλούτη. Κι ἂν τοῦ λύσης ὅλα τὰ προβλήματα, ἢ νομίζεις ὅτι τοῦ τὰ λύσης, τότε εἶναι ποὺ μπῆκες στὸ ἄλυτο πρόβλημα. Λ.χ. οἱ Σουηδοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἴσως τὸ ἀνώτερο βιοτικὸ ἐπίπεδο στὴν Εὐρώπη, εἶναι αὐτοὶ ποὺ αὐτοκτονοῦν περισσότερο. Γιατί, ἐνῷ νομίζουν ὅτι τὰ ἔχουν ὅλα, δὲν ἔχουν τίποτε.
Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, εἶναι ἕνα παράξενο ὄν, ποὺ ὅταν πλησιάση αὐτὸν τὸν παράδεισο τὸν κοσμικό, νοιώθει ὅτι δὲν τοῦ λέει τίποτε. Ἐνῷ ἂν κανεὶς ἔχῃ μέσα του τὴ φλόγα τοῦ Θεοῦ, ἂν τυχὸν θυσιάζεται γιὰ τὸν ἄλλον κι ἂν τυχὸν ζεῖ ὅπως ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, κι ἂν ἔχῃ ταπείνωσι, τότε εἶναι μέσα στὸν παράδεισο. Τότε καμμιὰ ἐπίθεσι, καμμιὰ κόλασι δὲν μπορεῖ νὰ τὸν βλάψῃ. Τότε συμβαίνει αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ὅτι «ἀποκτᾷ κανεὶς δυνατὸ στομάχι καὶ χωνεύει κάθε μιὰ τροφή». Κάθε μιὰ δυσκολία τοῦ κάνει καλὸ καὶ ὁ ἴδιος ὁ θάνατος τοῦ κάνει καλό.
Ὁ ἄνθρωπος, ξέρετε, ζητὰ τὴν ἐπιτυχία, ζητᾷ τὴν πρόοδο. Θέλει λ.χ., ἕνα παιδὶ νὰ τελειώσῃ τὸ δημοτικό, τὸ γυμνάσιο, τὸ λύκειο, νὰ πάῃ στὸ πανεπιστήμιο καὶ νὰ προχωρήσῃ. Ἐν συνεχείᾳ ἂν τυχὸν ἀξιωθῇ νὰ πάρῃ καὶ τὸ βραβεῖο Νόμπελ, συνεχίζει νὰ πεινᾷ καὶ νὰ διψᾷ γιὰ πρόοδο. Ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος: «Ἐπιποθῶ τοῦ πλείονος καὶ πάντοτε στενάζω». «Ἐπιποθῶ», θέλω, ποθῶ συνεχῶς καὶ περισσότερο, καὶ διαρκῶς στενάζω. Ὁ ἄνθρωπος -εἴτε πιστεύει, εἴτε δὲν πιστεύει, αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα- ἔχει μέσα του τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ λέγει ὁ ἅγιος Συμεών, ὅτι «ὑπάρχει μία μικρὴ χαρά, ποὺ περιγελᾷ τὸν θάνατο». Κι ἂν τυχὸν ὅλα τὰ κερδίσωμε καὶ δὲν κερδίσωμε ἐκείνη τὴ χαρά, ποὺ περιγελᾷ τὸν θάνατο, τότε εἴμαστε ἐξ ἴσου ἀποτυχημένοι, εἴτε εἴμαστε πλούσιοι, εἴτε φτωχοί, εἴτε γραμματισμένοι, εἴτε ἀγράμματοι.
Τώρα ποὺ μπαίνομε στὴν Εὐρώπη, αὐτὸ ποὺ δὲν χρειάζεται νὰ κάνωμε, γιατί εἶναι ἁμαρτία πρὸς τὴν παράδοσί μας καὶ ταυτόχρονα ἀδικοῦμε καὶ τοὺς εὐρωπαίους, εἶναι τὸ νὰ μιλᾶμε τὴν γλῶσσα καὶ νὰ ἔχωμε τὴν λογική της Εὐρώπης. Ἡ Εὐρώπη εἶναι πλούσια καὶ ταυτόχρονα εἶναι πάρα πολὺ φτωχή. Ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς εἶναι πολὺ προχωρημένος καὶ ταυτόχρονα εἶναι μέγας ἐπαρχιωτισμός. Μέσα ἐδῶ στὴν παράδοσί μας ὑπάρχει κάτι, ἂν θέλετε κάτι τὸ τρελλό, τὸ μωρὸ -αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τὰ μωρά του κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός» - κάτι τὸ φτωχό, κάτι τὸ ἀνύπαρκτο, ποὺ τὰ διαλύει ὅλα καὶ δίνει σημασία καὶ ἀξία στὸν ἄνθρωπο.
Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς λέει ὅτι ὁ καθένας εἶναι «ἐν σμικρῷ Ἐκκλησία». Γι᾿ αὐτὸ ἐὰν τυχὸν ἐμεῖς διαβάσωμε τὸν βίο, τὴν πολιτεία καὶ τὶς διδαχὲς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τὰ καταλαβαίνομε, ἐπειδὴ ἔχομε γεννηθῆ μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν παράδοσι. Ἐὰν τὰ διαβάση κάποιος ἄλλος, ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς πλούσιους εὐρωπαίους, ποὺ τυχαίνει νὰ τὰ ἔχουν ὅλα καὶ συγχρόνως νὰ τοὺς λείπουν ὅλα, δὲν θὰ καταλάβη αὐτὴ τὴν λογική.
Γι᾿ αὐτό, νομίζω, ὅτι τὸ χρέος μας εἶναι νὰ τραφοῦμε μὲ αὐτὴ τὴν λογική, τὴν ὀρθόδοξη, καὶ νὰ χαροῦμε τὴν ζωή μας, νὰ χαροῦμε τὶς δυσκολίες μας, νὰ χαροῦμε -ἂν θέλετε- τὸν θάνατόν μας, δηλαδὴ νὰ γίνωμε σὰν τὴν χαρὰ ποὺ ξεπερνᾷ τὸν θάνατο. Καὶ μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο, νοιώθομε ὅτι πράγματι ὁ Θεός, «καλὰ λίαν ἐποίησε» τὰ πάντα. Καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴν περίπτωσι ἐξοφλοῦμε καὶ τὸ χρέος, ποὺ ἔχομε πρὸς ὅλους· καὶ πρὸς τοὺς εὐρωπαίους καὶ πρὸς τοὺς ἀμερικάνους, καὶ πρὸς τοὺς πολιτισμένους καὶ πρὸς τοὺς ἀπολίτιστους, γιατί ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις ὀφειλέτης εἰμί».
Σὰν παράδειγμα σᾶς φέρνω πάλι τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ ν᾿ ἀπολαύσῃ τὴν ζωή του, μόνο ἂν τυχὸν ἀποφασίση νὰ τὴν θυσιάση γιὰ τοὺς ἄλλους. Καὶ νὰ τυχὸν αὐτὸ γίνῃ, τότε ἀπὸ τώρα μπαίνει στὴν αἰωνιότητα καὶ μπορεῖ νὰ καταλάβῃ τί σημαίνει ὅτι «ὁ Θεὸς εἶναι Τριαδικός, ὅτι εἶναι τρία πρόσωπα καὶ συγχρόνως εἶναι ἕνας Θεός». Καὶ μπορεῖ νὰ καταλάβη τί σημαίνει, ὅτι «ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑνότης ἡ Τριαδική, ἡ ὁποία ἱερουργεῖτε μέσα ἐδῶ». Μπορεῖ νὰ καταλάβη τί σημαίνει, ὅτι «ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός μου». Ἐνῷ ἀντίθετα, ἐὰν τυχὸν ἐγὼ φροντίζω μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μου, τότε πνίγω τὸν ἑαυτό μου, γιατί τὸν χωρίζω ἀπὸ τοὺς ἄλλους.
Γι᾿ αὐτὸ λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ὅτι «μπορεῖ νὰ εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κάθε ἕνας ἄνθρωπος, ἀλλὰ ταυτόχρονα ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος εἶναι μία εἰκόνα τοῦ Θεοῦ». Καὶ γι᾿ αὐτό: «Εἰς ἄνθρωπος κατονομάσει τὸ πᾶν». Ἕνας ἄνθρωπος εἶναι ὁλόκληρο τὸ γένος, ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία. Κι ἂν τυχὸν κανεὶς ζῇ μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τότε νοιώθει ὅτι, ὄντας ἐλάχιστος καὶ μὴ ὄντας ἄξιος νὰ φιλήσῃ τὰ πόδια τοῦ ἄλλου, ταυτόχρονα εἶναι μεγάλος καὶ δυνατός, γιατὶ ὁ νεκρὸς ἑαυτός του μπορεῖ νὰ κηρύξη καὶ νὰ διδάξῃ ὅλον τὸν κόσμο. Ὁπότε, αὐτὸς ὁ συνδυασμὸς τῆς ἀδυναμίας καὶ τῆς δυνάμεως, τῆς ἡσυχίας, θὰ ἔλεγα, τὸ νὰ μείνω μόνος καὶ νὰ εἶμαι μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους, εἶναι ἕνα δῶρο ποὺ δίνει ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Θυμᾶμαι μία γριὰν ἑλληνίδα, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι, στὴν Μασσαλία. Δούλευε σ᾿ ἕνα ἑστιατόριο. Ἐγέρασε καὶ πῆρε σύνταξι κι ἔμενε στὸ σπίτι της. Κάποτε μοῦ εἶπε: «Πολλοὶ μὲ λυποῦνται τώρα καὶ μοῦ λένε: "Κυρὰ-Κατίνα, τί κάνεις τώρα μόνη σου;" Ἀλλ᾿ ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς πῶ ὅτι, τώρα ποὺ εἶμαι μόνη μου, περνῶ τὴν καλύτερη περίοδο τῆς ζωῆς μου, γιατί συνέχεια λέω τὴν εὐχή: "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με", καὶ ταυτόχρονα διαβάζω βίους ἁγίων».
Ἔτσι βλέπομε, ἀπὸ τὴν μιὰ μεριά, ἕναν ποὺ τὰ ἔχει ὅλα, (σπίτια τέλεια, αὐτοκίνητα τῆς τελευταίας τεχνολογίας, κ.τλ.), καὶ νὰ μὴν ἔχῃ ὄρεξι νὰ ζήσει. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὴν κυρὰ-Κατίνα, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι διωγμένη, νὰ ἔχῃ πεθάνει ὁ ἄντρας της, νὰ μένῃ μόνη σ᾿ ἕνα δωματιάκι καὶ νὰ νοιώθῃ ὅτι βρίσκεται μέσα στὸν παράδεισο. Αὐτὸ εἶναι ποὺ χαρίζει ἡ Ὀρθοδόξη Ἐκκλησία. Δηλαδή, ὄχι μόνο μπορεῖ κανεὶς νὰ χαρῆ εὐαίσθητα καὶ σωστὰ τὶς εὐλογίες τῆς ζωῆς, ἀλλ᾿ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ μέσα του αὐτὴν τὴν εὐαισθησία καὶ τὴν χαρά, ἡ ὁποία περιγελᾷ τὸν θάνατο καὶ ἡ ὁποία κάνει τὶς δυσκολίες, τὰ γεράματα καὶ τὸν θάνατο, μεγάλη εὐλογία...



Ἡ γνωστὴ χαλκογραφία του Καλλίνικου Μυτιληναίου (1829), μὲ εἰκόνα καὶ σκηνὲς ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ· [ΠΗΓΗ: Πρακτικὰ Συνεδρίου: Σύναξις. Εὐγένιος ὁ Αἰτωλὸς καὶ ἡ ἐποχή του (Καρπενήσιον, 12 - 14 Ὀκτωβρίου 1986). Ἀθῆναι 1086, σ. 579]. Σ’ αὐτὴ τὴ χαλκογραφία βασίστηκε καὶ εἰκονογραφικὴ παράσταση τοῦ 1856 ἡ ὁποία βρίσκεται στὸν Μητροπολιτικὸ Ναοῦ Εὐαγγελίστρια Πατρῶν.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

«Το περιοδικό Ευθύνη. Ένα εκδοτικό φαινόμενο»






ΠΗΓΗ: Περιοδικά Λόγου και Τέχνης

Το βιβλίο και ο άνθρωπος

«Κάθε βιβλίο που διαβάζουμε, θέτει σε κίνηση την εσωτερική μας πυξίδα. Κάθε ξένο πνεύμα μας φανερώνει από ποιες πλευρές τόσο διαφορετικές μπορεί να αντικρύσει κανείς τον κόσμο.
Σιγά – σιγά αρχίζει κατόπι, σοδειάζοντας την ανησυχία, η πυξίδα να στρέφεται στην παλιά κατεύθυνση, αυτή που ανήκει στον καθένα, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του.
Έτσι συνέβη και σ’ εμένα σε μια παύση της ανάγνωσης. Μπορεί κανείς να διαβάζει πολύ, και ένας μανιώδης της ανάγνωσης και περιθωριοποιημένος της ζωής, καταναλώνει τα βιβλία και τις γνώμες καθώς ο κοινωνικός άνθρωπος καταναλώνει ανθρώπους…
Και θαυμάζει κανείς συχνά την ποσότητα που μπορεί να ανεχθεί. Αλλά κατόπι, χρειάζεται να τα πετάξει όλα πέρα και να περιδιαβάσει λίγο στο δάσος, να παρατηρήσει τον καιρό και τα φυτά, τις ομίχλες και τους ανέμους για να ξαναβρεί στον εαυτό του το γαλήνιο σημείο από όπου ο κόσμος κερδίζει την ενότητά του.
Όποιος εξοικειώθηκε κάπως με τον ακήραπο κόσμο των βιβλίων, γρήγορα θα εισέλθει σε μια νέα σχέση, όχι μονάχα με το περιεχόμενο αλλά και με το ίδιο το βιβλίο. Μας κηρύσσεται συχνά το χρέος να διαβάζουμε βιβλία και να τα αγοράζουμε, κι εγώ, καθώς είμαι παλιός φίλος των βιβλίων και κάτοχος μιας καθόλου μικρής βιβλιοθήκης, μπορώ από πείρα να βεβαιώσω πως η αγορά βιβλίων δεν χρησιμεύει μονάχα για να θρέψει τους βιβλιοπώλες και τους συγγραφείς, αλλά πως η κατοχή βιβλίων (πέρα από την μελέτη τους) προσφέρει τις δικές της χαρές και αποτελεί μια ξεχωριστή ηθική της.
Όλα όσα μοιάζει να έχουν χαθεί, μπορεί να επανέλθουν μια μέρα.
Σήμερα διαβάζουμε και μας αρέσουν κάποιοι ποιητές του παρελθόντος που οι πατεράδες μας σχεδόν αγνοούσαν τα ονόματά τους και σήκωναν τους ώμους των κι εμείς λησμονήσαμε και σηκώνουμε τους ώμους εμπρός σε ποιητές που μια γενιά νωρίτερα βρίσκονταν επικεφαλής στους καταλόγους των κλασικών.
Ο θησαυρός ενός έθνους σε τέχνη και ποίηση είναι καθώς ο θησαυρός του ατόμου σε αναμνήσεις κι εμπειρίες: τίποτε δεν χάνεται τελείως και όλες μπορούν να επανεμφανιστούν και να γίνουν επίκαιρες κάθε στιγμή, έστω και αν αυτό που σε κάθε στιγμή αντικαθρεφτίζεται στην συνείδηση είναι μονάχα ένα εκατομμυριοστό της συνολικής κληρονομιάς.
Ότι έχει γραφεί, αργά ή γρήγορα φυλλοροεί. Το συμπαντικό Πνεύμα διαβάζει όλα τα γραπτά, παρακολουθεί την εξαφάνιση όλων των γραπτών και χαμογελά. Για μας, είναι καλό που έχουμε διαβάσει κάποια από αυτά και που μαντέψαμε το νόημά τους. Το νόημα που γοητεύει σε κάθε κείμενο και ενοικεί σ’ αυτό μυστικά, είναι πάντα ίδιο».


Το κείμενο του νομπελίστα Γερμανού λογοτέχνη Herman Hesse με τον τίτλο, «Το βιβλίο και ο άνθρωπος», σε μετάφραση Πάνου Δοξιάδη, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΥΘΥΝΗ, τχ. 333 (Σεπτέμβριος 1999).

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ κυκλοφοράει ἀκόμα μυστικὰ μέσα στὸ γλωσσικὸ αἷμα μας

«Γιὰ ὅσους ἀφιλοσόφητα χρησιμοποιοῦν τὴ γλῶσσα δίχως ὑποψία γιὰ ἐκεῖνο -ἤγουν τὸ πνεῦμα κάθε γλώσσας- ποὺ κρύβεται ἢ ποὺ κυκλοφοράει κάτω ἀπὸ τὴ γλῶσσα, μπορεῖ νὰ ὑποστηρίξεις κανένας πὼς δὲ μιλοῦν ἢ δὲ γράφουν ἀληθινά, ψιττακίζουν. Καὶ συνακόλουθα δὲ σκέφτονται ἀληθινά, ἀφοῦ σκέψη καὶ γλῶσσα δὲν χωρίζονται. Ἕνα μικρὸ παράδειγμα (ἀπὸ χίλια).
Πόσοι ξέρουν σήμερα πώς, ὅταν λέμε καθημερινὰ "μωρὲ" καὶ "ὠρὲ" καὶ "ρὲ" καὶ "βρὲ" ἢ προσθέτουμε καὶ τὰ θηλυκὰ "μωρὴ" καὶ "ὠρή", διατηροῦμε ἀκόμα κρυμμένη μέσα στὸ ὑφάδι τῆς γλώσσας μας τὴν "Ἐπὶ τoὺ ὅρους Ὁμιλία": ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ (ἐννοεῖται στὸν ἀδελφό του ἂν εἴπη) μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός (Κατὰ Μάτθ. Ε΄ 22); Πόσοι τάχα ξέρουν; Πόσοι τοὺς "φωτισμένους", "ἀθρήσκευτους" καὶ "θρησκευάμενους", πὼς τὸ εὐαγγέλιο κυκλοφοράει ἀκόμα μυστικὰ μέσα στὸ γλωσσικὸ αἷμα τους, ἔστω καὶ στὸ καταφρονεμένο αὐτὸ "ρὲ" ποὺ ἐξακαλουθοῦμε νὰ τὸ ἀκοῦμε καθημερινά, καὶ πόσοι, τὸ συνειδητοποιοῦν;
Ἕνα μικρὸ παράδειγμα (ἀπὸ χίλια)».


ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ. (2009). Collectanea. Ἀθήνα: Δόμος, σ. 215 [421].

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Περίσκεπτη η Θεοτόκος


Πατριαρχικός Ναός Αγίου Γεωργίου, φωτ. 73. Η Παναγία η Παμμακάριστος, λεπτομέρεια της εμβληματικής ψηφιδωτής εικόνας του Πατριαρχικού Ναού, έργο του 11ου-12ου αιώνα. Είναι τοποθετημένη σε μεγάλο προσκυνητάρι στο παρεκκλήσι της Παμμακαρίστου στην Α-ΝΑ πλευρά του Αγίου Γεωργίου (στη δεξιά πλευρά του τέμπλου). Σπάνιο έργο και πολύτιμο κειμήλιο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. ΠΗΓΗ: ΑΠΑΝ

Περίσκεπτη η Θεοτόκος
Στη σκοτεινή, Βυζαντινή εικόνα,
αυτή η μεσιτεύουσα γλυκεία ελπίς,
Έμεινε σοβαρή και μ’ αυστηρή θωριά·

Στο βλέμμα του επισκέπτη που Την κοίταζε
μελαγχολία γεμάτος για την απιστία του,
γνωρίζοντας συνάμα την μύχιαν έπαρση,
ίσως και τον κρυμμένο φόβο,
μέσα στην άδειαν εκκλησία,
αφού τελείωσε ο σύντομος Εσπερινός.

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ. (2000). «Μετά τον Εσπερινό», στο: Τα Ποιήματα, τ. Β΄. Αθήνα: Οι Εκδόσεις των Φίλων, σ. 156.

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Αναστάσιος Πανέρης και Δημήτριος Μπεγιάζης (11 Αυγούστου): Το «κάλλος» των Νεομαρτύρων

Το «κάλλος» των Νεομαρτύρων της Εκκλησίας μας είναι η εσωτερική ομορφιά και θυσία όσων μαρτύρησαν την πίστη τους στον Χριστό στα δύσκολα χρόνια της δουλείας μας στον Τούρκο δυνάστη. Στο απολυτίκιο των Αγίων Πάντων ψάλλουμε έναν πανέμορφο στίχο, το: «πορφύραν και βύσσον», η θυσία τους δηλαδή είναι γεμάτη αίματα και στολισμένη με βασιλικά ενδύματα. Οι δύο νέοι Λέσβιοι Νεομάρτυρες, ο Αναστάσιος Πανέρης (από τον Ασώματο, 20 χρονών) και ο Δημήτριος Μπεγιάζης (από την Αγιάσο, 18 χρονών), με το μαρτύριό τους δεν τίμησαν μόνον την Εκκλησία, τίμησαν και τη Ρωμιοσύνη. A.I.K.
Ιδού τι γράφει ο Φώτης Κόντογλου:
«Τον καιρό που είμαστε σκλάβοι στους τούρκους, ήτανε ταπεινοί, απλοί, λιγομίλητοι, με τη φωτιά της πίστης στα στήθια τους, απονήρευτοι κι αγράμματοι, αφού το μόνο που γνωρίζανε να λένε μπροστά στον αγριεμένον τον κριτή ήτανε: “Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θ’ αποθάνω”. Νέοι άνθρωποι, παλληκάρια, απάνω στ’ άνθος της νιότης τους, πηγαίνανε προθυμερά να παραδοθούνε για τ’ όνομα του Χριστού, κι αντίς αρραβωνιάσματα και ξεφαντώματα σφαζότανε σαν τ’ αρνιά ή κρεμαζότανε με τη θελειά στο λαιμό τους και, για να τους τυραγνάνε περισσότερο οι άπιστοι, κόβανε τον λαιμό τους σιγά-σιγά με στομωμένα μαχαίρια ή τους κρεμάζανε με σάπια σχοινιά που κοβόντανε, για να τους ξανακρεμάσουνε. Και τα μόνα που ξέρανε από τη θρησκεία μας οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήτανε τα λόγια του Χριστού που είπε: “Όποιος με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω κ’ εγώ μπροστά στον Πατέρα μου, που είναι στον ουρανό, κι όποιος μ’ αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον αρνηθώ κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου, που είναι στον ουρανό”∙ καθώς και τα λόγια τούτα που είπε ο Κύριος: “Μη φοβηθείτε από κείνους που σκοτώνουνε το σώμα, μα που δεν μπορούνε να σκοτώσουνε την ψυχή”∙ και: “Όποιος χάσει τη ζωή του για τ’ όνομά μου, αυτός θα ζήσει στην αιώνια ζωή”. Φώτης Κόντογλου. (1984). «Οι Νεομάρτυρες, η δόξα της Εκκλησίας μας», στο: Η Πονεμένη Ρωμιοσύνη. Αθήναι: Εκδοτικός Οίκος «Αστήρ» Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, σ. 228· [τηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα].

ΙΩΑΝΝΟΥ Μ. ΠΕΡΑΝΤΩΝΗ. (1994). Λεξικόν των Νεομαρτύρων. (Οι Νεομάρτυρες από της αλώσεως της ΚΠόλεως μέχρι της απελευθερώσεως του δούλου Έθνους), τ. Γ΄. Αθήναι: Εκκλησιαστικαί Εκδόσεις Εθνικής Εκατονπεντηκονταετηρίδος, σσ. 70, 170.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

6 Αυγούστου: η συγκλονιστική γιορτή της Μεταμόρφωσης, η οποία ρίχνει φως σε δύο θρησκευτικούς πειρασμούς

Του ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


Πειρασμός πρώτος: Οι πιστοί να αποσυρθούν από τη λάσπη και τα ζόρικα της ιστορίας, και να αγκυροβολήσουν (να «αναπαυτούν») σε κάποια υπέροχη θεοτική εμπειρία.
Πειρασμός δεύτερος: Οι πιστοί να εισέλθουν στην ιστορία και στον δημόσιο βίο, αλλά ως κατακτητές που ονειρεύονται να καθυποτάξουν τον κόσμο.
Στην ευαγγελική αφήγηση της Μεταμόρφωσης, ο Χριστός πήρε μαζί του τρεις μαθητές, ανέβηκαν σε μια βουνοκορφή κι εκεί τους φανέρωσε τον πλήρη εαυτό του – την θεανθρωπότητά του. Μέσα στο αποκαλυπτικό φως ένας από τους μαθητές –ο Πέτρος– εκστασιασμένος, ζήτησε από τον Χριστό να μείνουν εκεί για πάντα...
Πολλοί κήρυκες λοιπόν επαινούν τον Πέτρο ως παράδειγμα προς μίμηση και παροτρύνουν τους εκκλησιαζόμενους να τον μιμηθούν – να επιθυμήσουν δηλαδή να μείνουν «εκεί» για πάντα.
Έλα όμως που άλλα πράγματα μας λέει το Ευαγγέλιο και η υμνολογία! Τον Πέτρο τον παρουσιάζουν ως παράδειγμα προς αποφυγή, ως υποκύπτοντα στον πειρασμό της δικής του τακτοποίησης, ερήμην του κόσμου! Ο Χριστός λοιπόν απάντησε στο αίτημα του Πέτρου (απέρριψε το αίτημα του Πέτρου) με σιωπή και με π ρ ά ξ η: Κατέβηκε από το βουνό της θεοτικής εμπειρίας για να συνεχίσει την πορεία του με τους τεθραυσμένους της ιστορίας. Μόλις κατέβηκε συνάντησε –λέει το Ευαγγέλιο– και συνέδραμε δυστυχισμένους που ζητούσαν γλυτωμό.
Η πορεία του Χριστού κοντολογίς δεν είναι περαντζάδα λαμέ celebrity, ούτε επέλαση ενός σταυροφόρου θρησκευόμενου. Είναι η πορεία συν-οδοιπόρου συμ-πάσχοντος και ελευθερωτή: έχει μέσα την σταύρωσή του και θα φτάσει στην ανάστασή του, η οποία δηλώνει το ακόμα παραπέρα: την μελλοντική Ανάσταση, την μεταμόρφωση όλου του κόσμου, την τελική νίκη της Ζωής, την τελική θανάτωση όλων των θανάτων. Με τη Μεταμόρφωση / με την φανέρωσή του ο Χριστός φανέρωσε το μέλλον.
Την Ανάσταση θα την δεξιωθεί η βιωμένη, η ιστορική οδύνη. Και θα την δεξιωθεί όχι με αδρανή αναμονή, αλλά με ενεργητική περπατησιά στη λάσπη της ιστορίας, με καθημερινή αναμέτρηση με το κακό και με την υποδούλωση. Αυτό λέει η πίστη – κι ας την πει, όποιος νιώθει ά-θεος, παράλογη. Μου φαίνεται απείρως πιο παράλογο να δεχτείς ως τέρμα των πάντων τη λάσπη... και μάλιστα αν αγανακτείς με το κακό και με την υποδούλωση!

Υ.Γ. Έχω γράψει για αυτή την οπτική της Μεταμόρφωσης στο βιβλίο μου «Με την ψυχή στα πόδια. Από το μνήμα το κενό στους δρόμους του κόσμου», εκδ. Εν Πλω, Αθήνα 2007. Η γνώμη μου είναι ότι αξίζει να διαβάσουμε καθαυτά τα κείμενα της υμνολογίας και των Πατέρων σχολιαστών. Δείτε στον ακόλουθο σύνδεσμο ένα αφιέρωμα (ιδίως το άρθρο του Κωνσταντίνου Μποζίνη και -επιτρέψτε μου- της αφεντιάς μου): https://drive.google.com/.../1XsI1ETVfIVMPjSzv53JDJ0.../view

H εικόνα είναι έργο του Alexander Ivanov, https://hermeneutrix.com/.../alexandr_ivanov.../...

ΠΗΓΗ: ΓΕΡΟΜΟΡΙΑΣ

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Με αφορμή τη γιορτή των Αγίων Επτά Παίδων εν Εφέσω· (την 4η του μηνός Αυγούστου)

 Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 


«Θα ήθελα να ήμουν ένας από τους Επτά Κοιμωμένους της Εφέσου. Οι χριστιανοί αυτοί αδελφοί, κατά τη διάρκεια του διωγμού του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251) είχαν φυλακιστεί σε μια σπηλιά, της οποίας εν συνεχεία χτίστηκε το στόμιο. Στις αρχές του 5ου αιώνα, κατά τη βασιλεία ενός εκ των διαδόχων του Δεκίου, του Θεοδοσίου Β΄(408-450), ξύπνησαν για να διαφωτίσουν τον εν λόγω χριστιανό μονάρχη επί ενός σημείου του δόγματος που αφορούσε την έγερση των νεκρών. Φανταστείτε την έκπληξή τους όταν, μπαίνοντας στην πόλη, είδαν το Σταυρό τοποθετημένο πάνω από την κύρια πύλη, άκουσαν ανθρώπους να ορκίζονται ελεύθερα στο όνομα του Χριστού, είδαν να έχει χτιστεί μια εκκλησία, τον χριστιανικό κλήρο να ασχολείται με την επισκευή των τειχών της πόλης, και αντιλήφθηκαν ότι τα ασημένια νομίσματα των παγανιστών αυτοκρατόρων εξέπλησσαν τους ανθρώπους στην αγορά»[. Έτσι αρχίζει το βιβλίο του ο Peter Brown για την Ύστερη Αρχαιότητα, όρο που ο ίδιος καθιέρωσε, μελετώντας τον θρησκευτικό πολιτισμό της ύστερης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μιας εποχής που αργά και σταθερά σηματοδότησε το τέλος του παγανιστικού κοσμοειδώλου της. 
Από 1ο π.Χ., αιώνα μέχρι και τα μέσα του 4ου μ.Χ., στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου, με κέντρο τη Ρώμη, κυρίαρχος υπήρξε ο ρόλος της ρωμαϊκής θρησκευτικότητας, η οποία σε αντίθεση με τη χριστιανική που ήταν υπό απηνή διωγμό, συντηρούνταν χάρη στον κρατικό μηχανισμό. Σύμφωνα με τον Brown, οι πολλαπλές θρησκευτικές αλλαγές που συνέβησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της Ύστερης Αρχαιότητας, «μπορούν να θεωρηθούν ανακατανομή και επανορχήστρωση συστατικών που επί αιώνες προϋπήρχαν στον μεσογειακό χώρο». Για τον εκκλησιαστικό ιστορικό που μελετά αυτήν την περίοδο, η παραπάνω άποψη είναι εξαιρετικά σημαντική, στη θεώρηση τόσο της παγανιστικής, όσο και της χριστιανικής μορφής της -ιδιαίτερα της χριστιανικής- όπου ο άνθρωπος αντιμετώπιζε το υπερφυσικό ως ένα σύνολο δοξασιών μέσω των οποίων εκδηλωνόταν η «θεία δύναμη».


Οι εν Εφέσω Επτά Παίδες. Από το Μηνολόγιο του Βασιλείου Β΄: https://digi.vatlib.it/view/MSS_Vat.gr.1613/

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ

Το βλέμμα της Παναγίας: η απόλυτη ενσάρκωση της παιδικής αθωότητας

«Το βλέμμα της Παναγίας είναι το μόνο πραγματικά παιδικό βλέμμα, το μόνο αληθινό βλέμμα παιδιού που κοίταξε ποτέ την ντροπή μας και τη δυστυχίας μας. Ναι, μικρέ μου, για να προσευχηθείς σωστά προς αυτήν, πρέπει να αισθανθείς επάνω σου αυτό το βλέμμα που δεν είναι ακριβώς το βλέμμα της επιείκειας -γιατί η επιείκεια προϋποθέτει κάποια πικρή εμπειρία- αλλά της τρυφερής συμπόνοιας, της οδυνηρής έκπληξης, κάποιου ακατανόητου σ’ εμάς συναισθήματος, αδιανόητου, ανείπωτου, που την κάνει πιο νέα από την αμαρτία, πιο νέα από το γένος από το οποίο προήλθε, και, αν και Μητέρα δια της χάριτος, Μητέρα των χαρίτων, είναι η μικρή αδερφή του ανθρώπινου γένους».


GEORGES BERNANOS. (2017). Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου, μτφρ. Ιφιγένεια Μποτουροπούλου, προλεγόμενα Gilles Philippe, σημείωμα – σημειώσεις Philippe Le Touze, επίμετρο Σταύρος Ζουμπουλάκης. Αθήνα: Πόλις, σ. 253.

Ο Bernanos βάζει στο στόμο του ιερέα Τόρσι, ο οποίος είναι ένας από τους βασικούς ήρωες του αριστουργηματικού Ημερολογίου ενός επαρχιακού εφημερίου, τα παραπάνω λόγια, συνομιλώντας με τον νεαρό άρρωστο πρωταγωνιστή, που άλλος δεν είναι απο τον ίδιο τον συγγραφέα Bernanos. Α.Ι.Κ.


Η Παρθένος Καταφυγή. Γύρω στο 1395. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Σόφια. ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: Βημόθηρο, τχ. 1 (Χειμώνας 2009-2010), σ. 88.

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Ο Άγιος Βασίλειος, ο δια Χριστόν Σαλός και o Μίσκιν, «Ο Ηλίθιος» του Φ. Ντοστογιέβσκη

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Στον δωδέκατο τόμο του Νέου Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, του ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτη, διαβάζω τον βίο του αγίου Βασίλειου, του διά Χριστόν σαλού (2 Αυγούστου). Σημειωτέων ότι, ο Νέος Συναξαριστής (13 καλαίσθητοι τόμοι που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Ίνδικτος), παρουσιάζει όλη την αγιολογική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Πέραν των αγίων της βυζαντινής περιόδου, βιογραφούνται νεομάρτυρες, τοπικοί άγιοι, προσφάτως αναγνωρισμένοι άγιοι και άγιοι άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών (Σερβίας, Ρωσίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Τσεχίας, κ.λπ.).
Στο συναξάρι του αγίου Βασιλείου διαβάζουμε τα εξής:
«Ο μακάριος Βασίλειος, ο επιφανέστερος των αγίων σαλών που άνθησαν στην Ρωσία, γεννήθηκε το 1468 στο Ελόχοβο, χωριό κοντά στην Μόσχα, από γονείς ευσεβείς, τον Ιάκωβο και την Άννα. Από παιδί ακόμη, που ήταν μαθητευόμενος σε έναν τσαγκάρη, διήγε ασκητική ζωή, προσευχόταν διαρκώς και φανέρωσε από τότε τα πρώτα σημάδια της θείας χάριτος. Σε ηλικία δεκαέξι ετών, μία ημέρα περιέπαιξε έναν έμπορο που ήλθε να παραγγείλει πολλά ζευγάρια καινούργιες μπότες. Ο πελάτης έφυγε και το αφεντικό του τον ρώτησε επίμονα για τον λόγο μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Ο νέος του απάντησε ότι ήταν παράξενο ο άνθρωπος αυτός να παραγγέλνει μπότες για πολλά χρόνια, όταν επρόκειτο να πεθάνει την άλλη κιόλας ημέρα. Όταν η προφητεία του πραγματοποιήθηκε, ο Βασίλειος δεν θέλησε να παραμείνει άλλο στο αφεντικό του ούτε να επιστρέψει στους γονείς του, και έτσι αναχώρησε για την Μόσχα.
Χαμένος μέσα στα θορυβώδη πλήθη της μεγαλούπολης, ασπάσθηκε την άσκηση της προσποιητής σαλότητας, έτσι ώστε να κοινωνεί με το Πάθος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, παραμένοντας προφυλαγμένος από ανθρώπινες τιμές. Μην έχοντας μόνιμο κατάλυμα, ούτε καν ένα κεραμίδι να βάλει από κάτω το κεφάλι του, ζούσε γυμνός σχεδόν στους δρόμους και στις πλατείες, περνούσε τις νύχτες του προσευχόμενος κάτω από το περίστυλο των ναών και κρατούσε εν μέσω του πλήθους μία σιωπή εξίσου τέλεια με εκείνη των αναχωρητών στις ερήμους. Όταν υποχρεωνόταν να πάρει τον λόγο έκανε πως δυσκολευόταν να μιλήσει.
Ξένος προς κάθε άνθρωπο, έχοντας απαρνηθεί τον κόσμο και τους δεσμούς του, έδειχνε ωστόσο μεγάλη συμπόνια απέναντι στους δυστυχισμένους, τους αρρώστους και τους καταπιεσμένους. Επισκεπτόταν έτσι συχνά τους κρατούμενους μιας φυλακής για μέθυσους, με σκοπό να τους προτρέψει στην μεταστροφή. Σε μία εποχή στην οποία βασίλευαν η φρίκη και η καταπίεση, ο βίος του οσίου Βασιλείου ήταν μία ζωντανή μομφή κατά των διεφθαρμένων βογιάρων και παραμυθία για τον δοκιμαζόμενο λαό.
Όλες του σχεδόν οι ενέργειες είχαν προφητικό νόημα. Έτσι πολλές φορές έριχνε πέτρες στην γωνία των σπιτιών ευσεβών ανθρώπων, ενώ όταν περνούσε μπροστά από τα σπίτια εκείνων που ζούσαν μέσα στην αμαρτία ασπαζόταν την γωνία του τοίχου. Όταν τον ρωτούσαν το νόημα της παράξενης αυτής συμπεριφοράς, ο Βασίλειος απαντούσε ότι στα σπίτια όπου διαμένει η αγιότητα δεν υπάρχει χώρος για τους δαίμονες, και για τον λόγο αυτό βλέποντάς τους έξω, τους έδιωχνε με τις πέτρες. Αντίθετα ασπαζόμενος την γωνία των κακών σπιτιών, χαιρετούσε τους αγγέλους που έμεναν απ’ έξω, θλιβόμενοι που δεν μπορούσαν να μπουν μέσα.
Στην αγορά κατέστρεφε τους πάγκους των ανέντιμων πωλητών, ενώ μία ημέρα που ο τσάρος του είχε στείλει χρήματα, αντίθετα απ’ ό,τι συνήθιζε, δεν πήγε να τα μοιράσει στους φτωχούς, αλλά τα έδωσε σε έναν καλοντυμένο έμπορο ο οποίος έχοντας χάσει την περιουσία του δεν τολμούσε να ζητιανέψει και υπέφερε από την πείνα.
Το 1521, ενώ οι Τάταροι, υπό την ηγεσία του Μεχμέτ Χιρέι, απειλούσαν την Μόσχα, ο όσιος Βασίλειος προσευχόταν μπροστά στις πύλες του καθεδρικού ναού της Κοιμήσεως στο Κρεμλίνο, χύνοντας άφθονα δάκρυα για την σωτηρία της πατρίδας του. Ακούστηκε τότε μέσα στην εκκλησία ένας φοβερός θόρυβος, μία φλόγα ξεπήδησε και μία φωνή ερχόμενη από την εικόνα της Θεοτόκου του Βλαδιμίρ ανήγγειλε ότι θα εγκατέλειπε την Μόσχα εξαιτίας των αμαρτιών των κατοίκων της. Ο όσιος ενέτεινε την προσευχή του και η φοβερή οπτασία εξαφανίσθηκε. Ο Μεχμέτ Χιρέι, που είχε ήδη κάψει τα προάστια, απωθήθηκε τότε με την εμφάνιση ενός πλήθους στρατιωτών και διέφυγε γρήγορα πέρα από τα σύνορα της Ρωσίας.
Ο τσάρος Ιβάν Δ’, ο λεγόμενος Τρομερός, αγαπούσε τον όσιο και του έδειχνε μεγάλο θαυμασμό, όπως και ο μητροπολίτης άγιος Μακάριος [30 Δεκεμβρίου]. Μία φορά που προσκλήθηκε στο παλάτι για την επέτειο του ηγεμόνα, ο μακάριος έχυσε τρεις φορές κρασί από το παράθυρο, λέγοντας στον τσάρο, που τον ρώτησε εκνευρισμένος να μάθει τον λόγο, ότι έσβηνε μια πυρκαγιά στο Νόβγκοροντ. Λίγο αργότερα έφθασε η αγγελία ότι μία μεγάλη φωτιά είχε πράγματι ξεσπάσει στο Νόβγκοροντ, αλλά δεν πρόλαβε να επεκταθεί γιατί ένας άνθρωπος παράξενος και δίχως ρούχα κατάβρεχε τα σπίτια που καίγονταν. Οι αγγελιαφόροι αναγνώρισαν ότι επρόκειτο για τον Βασίλειο βλέποντας τον άνθρωπο του Θεού.
Μιάν άλλη φορά, το 1574, ο όσιος άρχισε να κλαίει πικρά μπροστά στο Καθολικό της Μονής της Υψώσεως του Σταυρού, ακριβώς στο μέρος εκείνο που λίγο αργότερα εκδηλώθηκε η μεγάλη πυρκαγιά που αφάνισε την Μόσχα. Λίγο χρόνο αργότερα μετά την συμφορά αυτή, ενώ ο τσάρος παρακολουθούσε την θεία Λειτουργία, ο Βασίλειος στεκόταν σε μια γωνιά και τον παρατηρούσε. Μετά την Λειτουργία είπε στον τσάρο: «Δεν ήσουν στην εκκλησία, αλλά κάπου αλλού». Ο ηγεμόνας διαμαρτυρήθηκε. Ο Βασίλειος του απάντησε: «Τα λόγια σου δεν λένε την αλήθεια. Το είδα που πήγαινες νοερά στο Βουνό των Σπουργιτιών για να χτίσεις εκεί καινούργιο παλάτι». Έκτοτε ο ηγεμόνας άρχισε να φοβάται τον όσιο και να του δείχνει ακόμη μεγαλύτερο σεβασμό· αλλά η ευλάβεια αυτή δεν τον εμπόδισε να επιδείξει την ωμότητά του που έμεινε παροιμιώδης.
Ο όσιος Βασίλειος παρουσιάσθηκε επίσης στους επιβάτες ενός περσικού πλοίου που κινδύνευε και τους έσωσε από ναυάγιο. Έκανε κι άλλα πολλά θαύματα κατά τα εβδομήντα δύο χρόνια της σωτήριας δράσης του. Φθάνοντας σε ηλικία ογδόντα οκτώ ετών ασθένησε. Μόλις το έμαθε, ο τσάρος μαζί με την οικογένειά του ήλθε στο προσκέφαλό του για να ζητήσει τις προσευχές του. Ενώ ο όσιος προφήτευε το μέλλον του βασιλείου του, το πρόσωπό του ακτινοβολούσε φως, καθώς έβλεπε μία σύναξη αγγέλων που είχαν έλθει να πάρουν την ψυχή του. Εκοιμήθη μέσα σε έκσταση αγαλλίασης στις 2 Αυγούστου 1557.
Όλη η πόλη γέμισε τότε ευωδία και ένα τεράστιο πλήθος συγκεντρώθηκε στην κηδεία του. Ο τσάρος και οι γιοι του μετέφεραν στους ώμους την σορό του μέχρι την εκκλησία, όπου την περίμεναν ο μητροπολίτης και οι επίσκοποί του. Πάνω στον τάφο του, που έγινε πηγή ιαμάτων για τους δοκιμαζόμενους πιστούς όχι μόνο της Μόσχας, αλλά και απομακρυσμένων περιοχών, κτίσθηκε μία εκκλησία αφιερωμένη στην Αγία Σκέπη της Θεοτόκου, εις ανάμνησιν της κατάληψης του Καζάν, ναός που αργότερα έλαβε το όνομα του οσίου Βασιλείου.
Καθώς τα θαύματα του οσίου δεν έπαψαν να πολλαπλασιάζονται, την εποχή της επισκοπείας του αγίου Ιώβ [19 Ιουνίου] η Εκκλησία προχώρησε στην επίσημη αναγνώριση της τιμής του (1588). Την ημέρα εκείνη είκοσι ασθενείς θεραπεύθηκαν μπροστά στα τίμια λείψανα του αγίου. Ο όσιος Βασίλειος τιμάται ως πολιούχος της Μόσχας».
Έχω την ταπεινή γνώμη πως, κάποιες σκηνές από τον βίο του αγίου Βασιλείου, ταιριάζουν με τον Μίσκιν, στον «Ηλίθιο» του Φ. Ντοστογιέβσκη. Στο συγγραφικό έργο του κορυφαίου Ρώσου συγγραφέα, είναι γνωστό ότι, ήρωες όπως ο Μίσκιν, αποτελούν πνευματικά πρότυπα που προέρχονται από τους δια Χριστόν σαλούς. Αξίζει να δει κανείς τους παρακάτω παραλληλισμούς:
Στην κοινωνία της Αγίας Πετρούπολης, ο πρίγκιπας Μίσκιν είναι ο «ηλίθιος», λόγω της έλλειψης εγωισμού και της αφέλειάς του, ενώ ο άγιος Βασίλειος υποδύεται τον τρελό για να απαλλαγεί από κάθε κοινωνική σύμβαση. Στη ρωσική παράδοση η σαλότητα δεν θεωρούνταν σωματική ή πνευματική αρρώστια αλλά σημάδι θείας χάριτος. 
Ο Μισκίν, ως επιληπτικός, βιώνει μια κατάσταση απόλυτης αρμονίας ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Το φως νικά το σκοτάδι. Ο άγιος Βασίλειος στα σπίτια των ευσεβών βλέπει το φως, ενώ στα σπίτια των αμαρτωλών το σκοτάδι. Εξού και η προσευχή του στις γωνίες των σπιτιών των τελευταίων: «χαιρετούσε τους αγγέλους που έμεναν απ’ έξω, θλιβόμενοι που δεν μπορούσαν να μπουν μέσα»
Ο Μίσκιν όταν επιστρέφει στη Ρωσία είναι άπορος, κι όταν κληρονομεί τεράστια περιουσία, δεν άλλαζει συμπεριφορά, είναι ο δαχτυλοδειχτούμενος «ηλίθιος». Ο όσιος Βασίλειος όταν του δίνουν χρήματα τα πετάει, ζει σαν ζητιάνος. 
Πρίγκιπας Μίσκιν και όσιος Βασίλειος, λοιπόν, ζουν στην απόλυτη παιδικότητά τους, είναι Χριστόμορφες ψυχές ανθρώπων, που κάνουν πράξη τα λόγια του Χριστού: «Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ. 18,3.).
Αντίστοιχες με τον Μίσκιν μορφές ηρώων σαλότητας, ο Ντοστογιέβσκη μας δίνει στους Αδερφούς Καραμάζοβ: την περιπλανώμενη Λιζαβέτα Σμερντιάσκαγια, που είναι η σαλή του χωριού και τον Αλιόσα).


Άγιος Βασίλειος, ο διά Χριστόν σαλός.ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ


Το χειρόγραφο του Ντοστογιέφσκι - Πρίγκιπας Μίσκιν. Πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος, 1867. ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ


Γκριγκόρι Μουσάτοφ, Πορτρέτο του Πρίγκιπα Μίσκιν από το μυθιστόρημα του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, «Ο Ηλίθιος». ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ! «Παναγιά του πελάγου»

[…] Το πέλαγος ασπρίζει κάτου από τ’ άσπρο φεγγάρι,
ασπρίζει ζουμπούλι και γιασεμί.
Κ’ είναι η ώρα η μέγιστη που τραγουδούν και στενά-
                                                                       ζουν οι εκκλησιές,
που τραγουδούν και στενάζουν τα ρημοκλήσια,
που τραγουδεί και στενάζει η Μεγαλόχαρη,
η Παναγιά του πελάγου, η Τηνιακή,
η θαλασσόχαρη Παναγίτσα. […]

Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (1970). «Το παγωμένο φεγγάρι», στο: Τα Ποιήματα. Αθήνα: Οι Εκδόσεις των Φίλων, σ. 179.



Η Παναγιά η Γοργόνα, στη Σκάλα Συκαμνιάς. ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ