«Γιὰ ὅσους ἀφιλοσόφητα χρησιμοποιοῦν τὴ γλῶσσα δίχως ὑποψία γιὰ ἐκεῖνο -ἤγουν τὸ πνεῦμα κάθε γλώσσας- ποὺ κρύβεται ἢ ποὺ κυκλοφοράει κάτω ἀπὸ τὴ γλῶσσα, μπορεῖ νὰ ὑποστηρίξεις κανένας πὼς δὲ μιλοῦν ἢ δὲ γράφουν ἀληθινά, ψιττακίζουν. Καὶ συνακόλουθα δὲ σκέφτονται ἀληθινά, ἀφοῦ σκέψη καὶ γλῶσσα δὲν χωρίζονται. Ἕνα μικρὸ παράδειγμα (ἀπὸ χίλια).
Πόσοι ξέρουν σήμερα πώς, ὅταν λέμε καθημερινὰ "μωρὲ" καὶ "ὠρὲ" καὶ "ρὲ" καὶ "βρὲ" ἢ προσθέτουμε καὶ τὰ θηλυκὰ "μωρὴ" καὶ "ὠρή", διατηροῦμε ἀκόμα κρυμμένη μέσα στὸ ὑφάδι τῆς γλώσσας μας τὴν "Ἐπὶ τoὺ ὅρους Ὁμιλία": ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ (ἐννοεῖται στὸν ἀδελφό του ἂν εἴπη) μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός (Κατὰ Μάτθ. Ε΄ 22); Πόσοι τάχα ξέρουν; Πόσοι τοὺς "φωτισμένους", "ἀθρήσκευτους" καὶ "θρησκευάμενους", πὼς τὸ εὐαγγέλιο κυκλοφοράει ἀκόμα μυστικὰ μέσα στὸ γλωσσικὸ αἷμα τους, ἔστω καὶ στὸ καταφρονεμένο αὐτὸ "ρὲ" ποὺ ἐξακαλουθοῦμε νὰ τὸ ἀκοῦμε καθημερινά, καὶ πόσοι, τὸ συνειδητοποιοῦν;
Ἕνα μικρὸ παράδειγμα (ἀπὸ χίλια)».
ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ. (2009). Collectanea. Ἀθήνα: Δόμος, σ. 215 [421].
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου